Σα. Οκτ 1st, 2022

ΚΑΝ’ ΤΟ ΟΠΩΣ ΟΙ ΙΣΠΑΝΟΙ

Για περισσότερο από 10 χρόνια στη χώρα μας οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Μάλιστα οι επιπτώσεις της κάθε μίας εξ αυτών αφήνει βαθύ και τραυματικό αποτύπωμα στο οποίο προστίθεται και το αποτύπωμα της επόμενηςΕνώ είναι φανερό πλέον ότι το πολιτικό σύστημα και οι φορείς άσκησης πολιτικών ακόμα και αν έχουν καταλάβει το γιατί φτάσαμε σε αυτές τις καταστάσεις, δεν φαίνεται να έχουν διδαχθεί τίποτα από αυτές.

Η πρωτοφανής κρίση χρέους συνακόλουθη των δίδυμων ελλειμμάτων οδήγησε στα μνημόνια (το καθένα χειρότερο και βαρύτερο από το προηγούμενο). Αντί μεταρρυθμίσεων κυρίως στο κράτος, κυριάρχησαν αντιμεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.Μόνο η χώρα μας για μια ολόκληρη δεκαετία παρέμεινε σε καθεστώς μνημονίων και τώρα εποπτείας, όταν οι χώρες που υπέστησαν τηβάσανο ανάλογων προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) απεγκλωβίστηκαν μέσα σε μία διετία. Γιατί άραγε;

Στην πανδημική κρίση λόγω Covid-19, ενώ η χώρα μας στο πρώτο κύμα επέδειξε την καλύτερη πανευρωπαϊκή επάρκεια στην Υγειονομική διαχείριση, έφτασε στο σημείο να παρουσιάζει σήμερα την χειρότερη εικόνα. Όχι μόνο η Εκτελεστική Εξουσία, αλλά η πλειονότητα του πολιτικού συστήματος και κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς επέδειξαν μια ανυπόφορη αντιφατικότητα προτάσεων αλλά και στάσεων που εκνεύρισαν, δίχασαν και αποπροσανατόλισαν, καθώς «εργαλειοποίησαν» ακόμα και αυτή την υγειονομική κρίση που εμφανίστηκε όχι από επιλογές μας (όπως η οικονομική) και που αφορούσε σε όλη την ανθρωπότητα. Γιατί άραγε;

Διαρκούσης της πανδημίας έχουμε και μια πρωτοφανή πληθωριστική έξαρση, η οποία οφείλεται στις δύσκολες και επικίνδυνες γεωπολιτικές καταστάσεις που ώθησαν τις τιμές των καυσίμων στα ύψη. Η συνακόλουθη αύξηση των τιμών στην ενέργεια, η οποία σε συνδυασμό με την κρίση των εφοδιαστικών αλυσίδων, οδήγησαν σε υπέρογκες αυξήσεις τιμών των προϊόντων –και κυρίως βασικών αγαθών– που συμπιέζουν τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών και ιδίως των πλέον ευάλωτων κοινωνικών κατηγοριών και ομάδων. Η ενεργειακή φτώχεια και ανισότητα έρχεται να προστεθεί στις επιβαρύνσεις των μη εχόντων και κατεχόντων. Η χώρα μας βρίσκεται στις υψηλότερες κλίμακες επιβαρύνσεων σε όλη την ΕΕ βοηθούσης της ολιγοπωλιακής συγκρότησης της αγοράς και των πρακτικών καρτέλ που μετέρχονται οι επιχειρήσεις. Γιατί άραγε;

Αυτά και πολλά άλλα «Γιατί;» δεν απαντώνται ούτε στον δημόσιο διάλογο, ούτε στις πρακτικές του πολιτικού προσωπικού, με διαφορετική

βέβαια κατανομή βάρους (κυβέρνηση, αξ. αντιπολίτευση,  κόμματα, φορείς της κοινωνίας των πολιτών).

Στην Ελλάδα των κρίσεων οι πολίτες βιώνουν το εκλογικό άγχος και υφίστανται τους τακτικισμούς κυβερνώντων και αντιπολιτευομένων. Ιδίως οι κεντρικοί πόλοι του πολιτικούσυστήματος διακρίνονται για μια αυτοαναφορικότητα. Όλα κινούνται στον αστερισμό των εκλογικών σχεδιασμών δημιουργώντας επικίνδυνες πολώσεις, τοξικό διαιρετικό κλίμα, ύβρεις και διαγκωνισμούς πλειοδοσίας ή παρελθοντολογίας. Όλα στο βωμό της άγρας ψήφων ενόψει παρατεταμένης εκλογικής περιόδου και μάλιστα με στρατηγικές «δύο γύρων».

Καμία ουσιαστική απάντηση στις αγωνιώδεις αναζητήσεις των «κυβερνωμένων» από τις ασύμμετρες επιπτώσεις της ενεργειακής –και όχι μόνο– κρίσης στους πλέον αδύναμους και στη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Λείπουν προτάσεις πολιτικής για το σήμερα και το αύριο. Για την ενεργειακή δημοκρατία, για την αντιμετώπιση της φτώχειας και των ανισοτήτων που η έλλειψή της τις εντείνει. Περισσεύουν όμως τα περίτεχνα λεκτικά σχήματα, ο οριζόντιος λαϊκισμός της πλειοδοσίας δίχως προοπτική, της υποσχεσιολογίας «παροχών» σαν να πρόκειται για έξοδο στην αγορά με shopping list, όταν στον όχι και πολύ μακρινό ορίζονται προβάλλει ξανά η απειλή για μια νέα κρίση χρέους.

Ασφαλώς και δεν είμαι αρμόδιος να υποβάλλω προτάσεις επίλυσης όλων των προβλημάτων, κοινωνικών-οικονομικών και πολύ περισσότερο πολιτικών. Για πολλά η απλή-τυπική λογική αποτελεί το καλύτερο «εργαλείο». Και αυτή λέει να σταματήσει η πόλωση, ο διχασμός, ο τοξικός και υβριστικός λόγος.

Στα ζητήματα όμως που αφορούν στους μισθωτούς και τους ευάλωτους συμπολίτες μου, υποχρεούμαι να υποβάλλω καθαρές προτάσεις και να αναλάβω το κόστος για ό,τι θεωρηθεί υπερβολή ή υποχώρηση (άλλωστε στη χώρα μας είτε διακρινόμαστε για το πρώτο είτε καταγγέλλουμε εύκολα το δεύτερο).

Εάν η «λυδία λίθος» για την οικονομία και την κοινωνία είναι η ανάπτυξη και η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος προς μια οικονομία εξωστρεφή, παραγωγό διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών την εποχή της επιταχυνόμενης ψηφιοποίησης, δύο είναι τα βασικά «υλικά» της:

– Η ενίσχυση των διαθέσιμων εισοδημάτων στη μισθωτή εργασία με προεξάρχουσα την ενίσχυση του κατώτατου μισθού, ο οποίος δεν μπαίνει στον «στενό κορσέ» θεμελιωδών μεγεθών της οικονομίας.
– Η δημοκρατική επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και του Συλλογικού Δικαίου.

Δυστυχώς,  και τα δύο απουσιάζουν από τις προτεραιότητες των φορέων άσκησης οικονομικής πολιτικής. Όταν εγείρεται –όχι διαδικαστικά– θέμα αύξησης του κατώτατου μισθού, ο οικονομικός φιλελευθερισμός δείχνει εξαιρετικά ανακλαστικά «ορθοδοξίας» (σε αντίθεση με τον πολιτικό και κοινωνικό εαυτό του) και με διάφορες φωνές (κυβερνητικές, εργοδοτικές, υπερορθόδοξων οικονομικών αναλυτών) μας λένε:

– Μη ζητάτε μεγάλη (πολλές φορές λείπει ακόμα και αυτός ο επιθετικός προσδιορισμός) αύξηση του κατώτατου μισθού γιατί δεν αντέχουν οι επιχειρήσεις.
– Μη ζητάτε αυξήσεις (εδώ μπαίνει και το καθόλου) στους μισθούς των κλαδικών συμβάσεων (όσων έχουν απομείνει) γιατί εκτινάσσεται το πληθωριστικό σπιράλ.

Δεν μας λένε όμως ότι:

– Οι επιχειρήσεις που δεν «αντέχουν» αύξηση του κατώτατου μισθού είναι πρωταθλήτριες στην εισφοροδιαφυγή-εισφοροαποφυγή, μαύρη, ανασφάλιστη, ψευδώς δηλωμένη και υποδηλωμένη εργασία. Είναι αυτές που ενισχύθηκαν στην περίοδο της πανδημίας γενναία έναντι των γλίσχρωνενισχύσεων των εργαζομένων και οι ενισχύσεις αυτές είναι κυρίως που ενίσχυσαν εν τέλει την αύξηση των καταθέσεων (ροπή προς αποταμίευση αυτών των εισοδηματικών κατηγοριών), ενώ των εργαζομένων όδευσαν προς κατανάλωση (ροπή προς κατανάλωση αυτής της εισοδηματικής κατηγορίας).
– Οι επιχειρήσεις που δεν θέλουν αυξήσεις είναι αυτές που πρώτες αύξησαν τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών απελευθερώνοντας το σπιράλ του πληθωρισμού και είναι αυτές που κατά τη διάρκεια των μνημονίων μετέτρεψαν τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε υπερκέρδη χωρίς επενδύσεις που θα έφερναν και απασχόληση.

Δεν μας λένε δηλ. για τις ευθύνες τους καθώς παρεμβαίνουν και ρυθμίζουν τα συμφέροντά τους μέσω διαπλοκών ή ιδεοληπτικών πολιτικών που καθιστούν διαχειρίσιμο υπέρ τους το πολιτικό σύστημα. Και τώρα έρχομαι στον περίεργο τίτλο του άρθρου μου.

Ενώ αυτά συμβαίνουν στη χώρα, στην Ισπανία στις αρχές του έτους ανακοινώθηκε η μεγαλύτερη Εθνική Κοινωνική Συμφωνία (Κυβέρνησης – Εργοδοτικών οργανώσεων – Συνδικάτων) για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων (εδώ)

Σύμφωνα με τους υπογράφοντες αποτελεί την πρώτη μεγάλη συμφωνία των τελευταίων τουλάχιστον 20 ετών, η οποία αντικατοπτρίζει μια προσπάθεια για ανάκαμψη και σαφή βελτίωση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης.

Πρόκειται για επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας γιατί και στην Ισπανία (προκειμένου να αποφύγουν την υπαγωγή σε μνημόνια, αλλά και για άλλα που ανάγονται στα προβλήματα του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος) με νόμους απορύθμισαν το εργατικό συλλογικό δίκαιο, όπως στην Ελλάδα έγινε σε εφαρμογή του μνημονίου με την 6η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου της 14/2/2012.

Αν θέλουμε διόρθωση πορείας και όχι διόρθωση εκλογικών ποσοστών των κομμάτων, πρέπει να οδηγηθούμε σε μια Εθνική Κοινωνική και Αναπτυξιακή Συμφωνία, ένα Σύγχρονο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ υποχρεώσεων και δικαιωμάτων για όλους – και την πολιτική τάξη, τις επιχειρήσεις και την εργασία.

Ας το κάνουμε όπως οι Ισπανοί!!

Με δεδομένα ότι:

Οι Έλληνες είναι δυστυχώς πρώτοι στην κατάταξη των χωρών της ΕΕ που λαμβάνουν κατώτατο μισθό και διαβιούν σε κατάσταση υλικής αποστέρησης.
Η ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει και προτρέπει τις κυβερνήσεις για προσαρμογή του κατώτατου μισθού στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, δηλαδή στο 60% του διάμεσου μισθού (σήμερα βρίσκεται κοντά στο 50%, δηλαδή κάτω από το επίπεδο της σχετικής φτώχειας).
Προτρέπει επίσης η προσαρμογή αυτή να συνοδεύεται από μια αύξηση στο ποσοστό κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων στο 70% (στην Ελλάδα 14%), δηλαδή αν δεν ήταν η Πολωνία, η Λιθουανία και η Εσθονία, θα είχαμε τα πρωτεία και σ’ αυτή τη θλιβερή θέση που δείχνει και ποιότητα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Πρέπει η κυβέρνηση να τηρήσει την πρωθυπουργική προεκλογική δέσμευση, επαναφέροντας –έστω και υπολειπόμενη αυτής (αύξηση διπλάσια της οικονομικής μεγέθυνσης για κάθε χρόνο)– τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ και μετά να παραδώσει τον προσδιορισμό του στην ΕΓΣΣΕ (δηλαδή ΓΣΕΕ και εργοδοτικές οργανώσεις), καθώς και η περίφημη «Επιτροπή Σοφών» και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούν τη Συλλογική Σύμβαση ως την καλύτερη πρακτική.

Να επαναπροσδιοριστεί η 6η Π.Υ.Σ. κατά τα ισπανικά πρότυπα, με απεριόριστη διάρκεια μετενέργειας των Συλλογικών Συμβάσεων, να υπερισχύουν οι κλαδικές των επιχειρησιακών συμβάσεων, να είναι καθολικής ισχύος και να επεκτείνονται με απλή απόφαση Υπουργούνα ρυθμιστούν τα χρονικά όρια των συμβάσεων, να επαναπροσδιοριστούν τα είδη συμβάσεων και να καταργηθούν οι συμβάσεις που αποκαλούνται «μηδενικές».

Αυτά και πολλά άλλα θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια Εθνική Συμφωνία.

Εκείνο πάντως που πέραν του περιεχομένου της θα ήταν κέρδος για τη χώρα και τους κατοίκους της, θα ήταν η εμπέδωση της δημοκρατίας, του πολιτικού ήθους και του ουσιαστικού διαλόγου, η ανάγκη συνεννόησης και αναζήτησης συναινέσεων.

Ως ενεργός πολίτης προσδοκώ λειτουργία δημοκρατίας όπου οι πυλώνες της, δηλαδή τα δημοκρατικά κόμματα, δεν θα έχουν ως κεκτημένο (και αυτό αφορά ΟΛΑ τα κόμματα που κυβέρνησαν) άλλα να λένε προεκλογικά και άλλα να πράττουν μετεκλογικά.

Γιάννης Παναγόπουλος

Πρόεδρος ΓΣΕΕ

Υ.Γ. Όποιος ενδιαφέρεται  για τις αναλύσεις του Ινστιτούτου μας (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) για την Ακρίβεια και τον προσδιορισμό του Κατώτατου Μισθού, μπορεί να ανατρέξει στα αντίστοιχα links.